εὐμεταβλήτου

εὐμετάβλητος
easily changed
masc/fem/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • υδαρότης — ητος, ἡ, Α [ὑδαρής] 1. η ιδιότητα ή η κατάσταση τού υδαρούς 2. μτφ. α) (για πρόσ.) αδυναμία ii) χαλάρωση ηθών β) (για πράγμ.) η ιδιότητα τού μαλακού ή τού ευμετάβλητου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.